κοιλόπονος


κοιλόπονος
[килопонос] ома. а. боль (в животе)

Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь). 2014.

Смотреть что такое "κοιλόπονος" в других словарях:

  • κοιλόπονος — ο 1. ο πόνος τής κοιλιάς, ο πονόκοιλος 2. κολικός, κολικόπονος. [ΕΤΥΜΟΛ. < κοιλ ιά + πόνος (πρβλ. κεφαλό πονος, στομαχό πονος)] …   Dictionary of Greek

  • κοιλόπονος — ο ο πόνος της κοιλιάς: Έχει κοιλόπονους …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • πονόκοιλος — ο, Ν πόνος τής κοιλιάς, κοιλόπονος. [ΕΤΥΜΟΛ. < πόνος + κοιλιά, κατ αντιστροφή τού κοιλόπονος από τη νεώτερη συντακτική εκφορά: πόνος κοιλιάς (πρβλ. πονό δοντος)] …   Dictionary of Greek

  • γλυκός — ιά, ό και γλυκύ και γλυκί (AM γλυκύς, εῑα, ύ) 1. αυτός που έχει γλυκιά γεύση ή γλυκιά, ευχάριστη μυρωδιά («γλυκό κρασί», «γλυκὺ νέκταρ» «γλυκὸς οἷνος», «γλυκιά ευωδιά») 2. (για νερό) πόσιμο (αντίθ. πικρό ή αλμυρό) 3. εκείνος που δίνει ευχαρίστηση …   Dictionary of Greek

  • κοιλιά — Όρος που αναφέρεται σε κάποιες ανατομικές δομές. Κατ’ αρχήν σημαίνει την περιοχή του ανθρώπινου σώματος που βρίσκεται στη βάση του κορμού, η οποία παρεμβάλλεται μεταξύ θώρακα και λεκάνης. Αποτελείται από μυϊκά και οστέινα τοιχώματα που καθορίζουν …   Dictionary of Greek

  • κοιλιαλγία — η [κοιλιαλγώ] πόνος τής κοιλιάς, κοιλόπονος …   Dictionary of Greek

  • κοιλιαργία — κοιλιαργία, ἡ (Α) κοιλιαλγία, κοιλόπονος. [ΕΤΥΜΟΛ. Κοιλιαργία αντί κοιλιαλγία, με ανομοίωση] …   Dictionary of Greek

  • κοιλιτική — κοιλιτική, ἡ (Α) [κοιλία] (Α) (ενν. νόσος) ασθένεια τής κοιλιάς, κοιλόπονος. [ΕΤΥΜΟΛ. κοιλι τική (ενν. νόσος) < κοιλία + κατάλ. τική, θηλ. τού τικός ή ίσως μέσω ενός αμάρτυρου *κοιλ ίτης] …   Dictionary of Greek

  • κοιλοπονώ — και άω [κοιλόπονος] (για επίτοκη γυναίκα) ωδίνω*, έχω ωδίνες τοκετού, πόνους τής γέννας …   Dictionary of Greek

  • γαστραλγία — η ο κοιλόπονος …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)